ΤΟ ΚΙΡΜΙΖΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η φωτιά που δεν καίει μα θυμάται!

  • Έθιμα της Λαμπρής στην Μικρά Ασία

    Έθιμα της Λαμπρής στην Μικρά Ασία.

    Οι γιορτές του Πάσχα αποτελούσαν το πιο σημαντικό θρησκευτικό γεγονός και γιορταζόταν με μεγάλη ευλάβεια και μεγαλοπρέπεια. Ξεκινούσαν με τη Σαρακοστή, τη νηστεία, τους Χαιρετισμούς, τον ψυχικό, ηθικό και σωματικό εξαγνισμό των ανθρώπων.Οι ημέρες του Πάσχα αποτελούσαν ένα ξεχωριστό γεγονός για τον Ελληνισμό τόσο στην κοσμοπολίτικη Σμύρνη όσο και στην ευρύτερη Μικρά Ασία.Τα κάλαντα για η ανάσταση του Λαζάρου θεωρείται προοικονομία της Ανάστασης του Χριστού. Το Λαζαροσάββατο, μετά τη λειτουργία, πήγαιναν στα νεκροταφεία για να περιποιηθούν τα μνήματα των οικείων τους.Στις πόλεις και τα χωριά, οι γειτονιές αντηχούσαν από τις φωνές των παιδιών που τραγουδούσαν τα λαζαρικά κάλαντα περιφέροντας το ομοίωμα του Λαζάρου σαβανωμένου και στολισμένου με κίτρινες και άσπρες αγριομαργαρίτες. Το Σάββατο του Λαζάρου σήμανε την έναρξη των εορτασμών, οι οποίοι ολοκληρώνονταν την Τρίτη του Πάσχα.Οι γυναίκες φρόντιζαν για τον καθαρισμό και τον στολισμό των τάφων, ενώ τα παιδιά τραγουδούσαν από γειτονιά σε γειτονιά το εγκώμιο του Λαζάρου.Οι ομάδες των παιδιών είχαν μαζί τους και μια κούκλα, η οποία παρίστανε τον σαβανωμένο Λάζαρο, ενώ κρατούσαν στεφάνια φτιαγμένα από πράσινα φύλλα και μεγάλες κίτρινες και άσπρες μαργαρίτες.Οι νοικοκυρές δεν άφηναν παραπονεμένα τα παιδιά που τους χτυπούσαν την πόρτα και φρόντιζαν να τα τρατάρουν αβγά και «λαζάρους», κουλουράκια που στο σχήμα τους αποτυπωνόταν η ανθρώπινη μορφή και ήταν ζυμωμένα με μαστίχα, ζάχαρη και κανέλα.Το Λαζαροσάββατο στην Ερυθραία όλοι επισκέπτονταν τα νεκροταφεία για τον καθαρισμό και το στολισμό των τάφων. Την ίδια μέρα ακούγονταν στις γειτονιές το εγκώμιο του Λαζάρου ή λαζαρικό (κάλαντα), με την περιφορά ενός ομοιώματος του σαβανωμένου Λαζάρου, ο οποίος ήταν στολισμένος με μεγάλες κίτρινες κι άσπρες μαργαρίτες του αγρού.Όταν βράδιαζε, στα χωριά που βρίσκονταν στην περιφέρεια της Σμύρνης άναβαν μεγάλες φωτιές, πηδούσαν πάνω από αυτές και έλεγαν τροπάρια και τραγούδια στο πνεύμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές στα κάλαντα του Λαζάρου. Μια είναι και αυτή:Ήρτ’ ο Λάζαρος, ήρταν τα Βάγια, ήρτ’ η Κυριακή που τρών’ τα ψάρια.– Πού ‘σουνε, Λάζαρε, πού ‘ν’ η φωνή σου, που σ’ ηγύρευγε η μάνα κι η αδερφή σου;– Ήμουνε στη γη βαθιά χωμένος και με τσι νεκροί νεκρός κι αποθαμένος.– Λάζαρέ μου, σαν τι είδες, εις τον Άδη που ηπήες;– Είδα τρόμοι κι είδα φόβοι, είδα βάσανα και πόνοι.Δώμουτε, καλέ, λίγο νεράκι, να ξεπλύνω τση καρδιάς μου το φαρμάκι.https://youtu.be/DmFBv9LeW_Y?is=LTivwi788eS6ARPsΌταν ξημέρωνε η Κυριακή των Βαΐων, οι οικογένειες ξυπνούσαν νωρίς και ετοιμάζονταν για να πάνε στη θεία λειτουργία. Μετά το τέλος έπαιρναν τα βαγιόκλαρα (δάφνες), που τα τοποθετούσαν στις άγιες εικόνες, δίπλα στο αναμμένο καντήλι. Οι γυναίκες φρόντιζαν την Κυριακή να μαγειρέψουν ψάρια και άλλα νηστίσιμα εδέσματα, σύμφωνα με το έθιμο, ενώ τα παιδιά γύριζαν στα σοκάκια ξεσηκώνοντας τον κόσμο με παραδοσιακά τραγούδια. Από το πρωί της Κυριακής των Βαίων, μετά τη λειτουργία θα ξεχυθεί το παιδομάνι της φασαρίας στα σοκάκια της πόλης και με τις πλουμιστές ροκάνες στα χέρια, όπως κάθε χρονιά θα τραγουδήσουν τα κάλαντα.Βάγια Βάγια τω Βαγιώ τρώνε ψάρι και κολιό και την άλλη Κυριακή τρώμε το ψητό τ’ αρνί. Μια φορά το χρόνο ακούγονται τα κροταλίσματα απ΄τις ροκάνες τις ξομπλιαστές που με περίσσεια χάρη έχουν φτιαχτεί. Μικρές, μεγάλες, ξύλινες, τενεκεδένιες ή και κοκάλινες, ανάλογα με την παραδοσακούλα καθενός και απάνω έχουν σκαλισμένους δικέφαλους και σημαίες ελληνικές, καράβια και σταυρούς κι ένα σωρό άλλα σχέδια, σύμβολα νίκης και λευτεριάς. Παρέες-παρέες τα παιδιά θα μπουν στα σπίτια χωρίς να ρωτούν, τραγουδώντας, παίζοντας τις ροκάνες και τινάζοντας κλαδί βάγιας μέσα σε κάθε σπιτικό λέγοντας:Όξω ψύλλοι και κοριοί. Ήρθε η Άνοιξη η καλή.Σαν θα τελειώσουν, οι ροκάνες θα μπουν στο εικονοστάσι. Εκεί είναι η θέση τους. Είναι ευλογημένες, αφού αυτές κάθε χρόνο δίνουν το μήνυμα του ερχομού της Άνοιξης μα και της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα.Στο μεσημεριανό τραπέζι όλες οι νοικοκυρές θα σερβίρουν ψάρι. Με χίλιους τρόπους θα μαγειρευτεί, κάθε μέγεθος και από κάθε μιλέτι.Εκείνες τις μέρες έδιναν στα παιδιά τους λαζάρους, ανθρωπόμορφα κουλουράκια, ζυμωμένα ειδικά για την περίσταση με ζάχαρη, λάδι και μαστίχι ή κανέλα. Το βράδυ του Λαζαροσαββάτου στις γειτονιές άναβαν φωτιές και τις πηδούσαν για το καλό ή τραγουδούσαν γύρω απ’ αυτές τροπάρια και τραγούδια βαγιάτικα και πασχαλινά με λυπητερό περιεχόμενο.Στην κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας έφτιαχναν μικρά ψωμιά που τα ονόμαζαν λαζάρους. Για να θυμίζει περισσότερο τον φτωχό εκείνον Λάζαρο, τον γεμάτο πληγές, οι νοικοκυρές της Κάτω Παναγιάς το ζύμωναν με σταφίδες που παριστάνουν τις πληγές του. Πλάθονταν τόσα σε αριθμό όσα ήταν και τα παιδιά του σπιτιού.Την Κυριακή του Βαγιού στην Ερυθραία όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για την ακολουθία του Νυμφίου και έπαιρναν δάφνες, που τις φυλούσαν στο εικονοστάσι, γιατί πίστευαν πως έχουν θεραπευτικές και εξορκιστικές ιδιότητες. Την ημέρα αυτή έτρωγαν ψάρια και σαλάτες. Στην Αγία Παρασκευή του Τσεσμέ αυτή τη μέρα οι παπάδες μοίραζαν αντί για φύλλα δάφνης κάτι όμορφους μικρούς και μεγάλους σταυρούς πλεγμένους αριστοτεχνικά από φύλλα φοινικιάς. Η Μεγάλη εβδομάδα ήταν περίοδος αυστηρής νηστείας και καθημερινού εκκλησιασμού. Στο Τσεσμέ υπήρχε πένθιμη διακόσμηση στους ναούς. Όλος ο κόσμος συμμετείχε ευλαβικά, ενώ παιδιά με θορυβώδεις ρουκάνες γύριζαν περιστασιακά στους δρόμους τραγουδώντας ρυθμικά τραγούδια του τύπου:Βάγια, Βάγια τω Βαγιώ, τρώμε ψάρι και κολιόκαι την άλλη Κυριακή βάνω τ’ άσπρο μου βρακίκαι σαρτώ στα δώματα, πέφτουν τα παπλώματα,τα ματζώνουν οι γριές κάτου αφ’ τσι κουντουρουδιές.Μεγάλη Δευτέρα – ο Χριστός στη μαχαίρα.Μεγάλη Τρίτη – ο Χριστός εκρύφτη.Μεγάλη Τετράδη – ο Χριστός εχάθη.Μεγάλη Πέφτη – ο Χριστός ευρέθη.Μεγάλη Παρασκευή – ο Χριστός στο καρφί.Μεγάλο Σαββάτο – ο Χριστός στον τάφοτη Λαμπρή την Κυριακή τρώμε το παχύ τ’ αρνί (ή μπαμ εδώ και μπουμ εκεί).Οι άνθρωποι φορούσαν σκούρα ρούχα, ιδίως μαύρα, σε ένδειξη λύπης και πένθους. Στα σπίτια γίνονταν συγυρίσματα, ασπρίσματα, μπουγάδες, ζυμώματα και γενικές ετοιμασίες για τη μεγάλη γιορτή. Το βράδυ όλοι συμμετείχαν ευλαβικά στις ακολουθίες. Οι γυναίκες τραγουδούσαν το μοιριολόι ή το καταλόι ή τον πόνο της Παναγιάς, είτε στα σπίτια, κάνοντας δουλειές, είτε στην εκκλησία, σε ώρες εκτός ακολουθιών.Το πρωί της Μεγ. Πέμπτης μεταλαβαίναν τα παιδιά και τελείωναν τις δουλειές στα σπίτια. Οι νοικοκυρές έφτιαχναν τσουρέκια και έβαφαν τα κόκκινα αβγά. Οι άντρες τη Μεγάλη Πέμπτη στα καφενεία κάρφωναν στο τοίχο ή κρεμούσαν από τη λάμπα ένα τραπουλόχαρτο για να αποδοκιμάσουν τα 30 αργύρια του Ιούδα.Την Μ. Παρασκευή κανείς δεν δούλευε. Η ατμόσφαιρα της μέρας αυτής ήταν θλιβερή και μεγαλόπρεπα θρησκευτική. Τα κορίτσια μάζευαν από το πρωί λουλούδια από τον κήπο για το στόλισμα του Επιταφίου. Στο Κορδελιό βγαίναν στα χωράφια με πανέρια και μάζευαν αγριολούλουδα. Η λιτανεία ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Εγκώμια, ψαλμωδίες και θρήνοι για τον νεκρό Ιησού διαχέονταν σε όλους τους χριστιανικούς μαχαλάδες. Απαραίτητο ήταν φυσικά το προσκύνημα του Επιταφίου και το πέρασμα κάτω από το κουβούκλιο.Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γινόταν η περιφορά του Επιταφίου στους κεντρικούς δρόμους ή γύρω από το ναό. Στις γειτονιές σχηματίζονταν σειρές γονατιστών ανθρώπων κάθε ηλικίας, για να περάσει από πάνω τους ο Επιτάφιος. Ήταν τάμα για κάθε καλό. Στην επιστροφή για το σπίτι όλοι έπαιρναν επιταφιολούλουδα και κεριά, που τα θεωρούσαν αγιασμένα και τα χρησιμοποιούσαν για ξεμάτιασμα, εξορκισμούς, αρρώστιες και κατά της βασκανίας. Στο ναό απόμεναν μόνο οι ταμένοι και ηλικιωμένες γυναίκες που ξενυχτούσαν λέγοντας ψαλμωδίες, προσευχές και το μοιριολόι της Παναγιάς. Κύρια φαγητά της Μ. Παρασκευής ήταν οι νερόβραστες φακές, που συμβόλιζαν της Παναγιάς τα δάκρυα, τα μαρούλια και οι βλαστοί φρέσκων κουκιών, χωρίς λάδι και βουτηγμένα σε μπόλικο ξίδι, εις ανάμνησιν του όξους και της πίκρας που δοκίμασε ο Εσταυρωμένος.Στη Σμύρνη, όλα τα εγγόνια μαζεύονταν στο σπίτι του παππού. Φωτιά δεν άναβε εκείνη την ημέρα στο τζάκι, παρά μόνο για το βράσιμο της φακής, χωρίς λάδι μόνο με ξύδι και λίγο ψωμάκι και όχι σε στρωμένο τραπέζι. Η φακή στα περισσότερα σπίτια της Σμύρνης, δεν τρώγονταν ποτέ άλλωτε παρά μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή. Από το πρωί όμως η γιαγιά, ξυπνούσε με το έγνοια του θιάσου (είδος σουμάδας ) και με τη βοήθεια των γυναικών του σπιτιού την παρασκεύαζε. Οταν στην ώρα τους έρχονταν τα εγγόνια, για να της φιλήσουν το χέρι, έπιναν τον θιάσο. Όταν ο Επιτάφιος επέστρεφε στην εκκλησία γινόταν η «μουνταρία», η αρπαγή των κεριών και λουλουδιών.Στην Κίο της Μικράς Ασίας άρχιζε από νωρίς το πρωί η συλλογή των υλικών για το κάψιμο του Βαραβά κατά την Μ. Παρασκευή.Το Μ. Σάββατο επικρατούσε κίνηση και φασαρία παντού. Γίνονταν οι τελευταίες ετοιμασίες, ψώνια, σφαγές αρνιών. Συχνά –πυκνά, ακούγονταν κρουσουμιές και τσιφτεδιές (πυροβολισμοί), ανάκατες με χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες. Στους ναούς, κατά την πρώτη Ανάσταση το πρωί, οι παπάδες, αλλά και το εκκλησίασμα, έκαναν θόρυβο και χτυπούσαν δυνατά ό,τι μπορούσε να κάνει θόρυβο (στασίδια, πόρτες κ.ά), κουνούσαν τους πολυελαίους και έραιναν με νεραντζόφυλλα τους πιστούς.Καθολική ήταν η συμμετοχή του κόσμου και στην Ανάσταση. Από τις 10 η ώρα, έβγαινε ο ντελάλης κι χτύπαγε με το μπαστούνι του τις πόρτες λέγοντας στους Χριστιανούς να πάνε στην εκκλησιά τους. Με το Χριστός Ανέστη κυριαρχούσε ξέφρενος εορταστικός τόνος: κρουσουμιές, στρακαστρούκες, φισέγκια και μπόμπες (βαρελότα) σκάγανε στον ουρανό και παντού άκουες τσουγκρίσματα αβγών, φιλιά, ευχές, κωδωνοκρουσίες. Το πρωί της επόμενης ημέρας πήγαιναν όλοι στην εκκλησία, φορώντας επίσημα ρούχα κι οπωσδήποτε κάτι καινούριο, πρωτοφόρετο, για το καλό. Όλοι αλληλοσυγχωρούνταν, αντάλλασσαν ευχές κι έστηναν γλέντια και χορούς μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα.Χριστός ανέστη, μάτια μου, έλα να φιληθούμεκι από τα φύλλα τση καρδιάς να ξαναγαπηθούμε.Όμορφη που ‘ναι η Λαμπρή κι όμορφα που γλεντούνε,σαν έρκεται το Νιότριτο ίδι’ αετοί πετούνε.Όμορφη που ‘ναι η Λαμπρή απ’ ούλες τσι σκολάδες,που βγάνουν την ανάσταση μ’ ουλόχρουσες λαμπάδες. Το έθιμο του σουβλιστού αρνιού δεν υπήρχε στη Μικρασία, στο Αιγαίο και στα περισσότερα ελληνικά μέρη. Το λαμπριάτικο τραπέζι ήταν σχετικά λιτό: αρνί στο φούρνο, σε κληματόβεργες ή μαγειρευτό. Ένα από τα βασικά και χαρακτηριστικά έθιμα των ιωνικών παραλίων και των μικρασιατικών νησιών από την Ίμβρο μέχρι το Καστελόριζο είναι τα τσερκένια (οι χαρταετοί), οι κούνιες και το λέμπι. Οι κούνιες που πάνε από τη γη στον ουρανό συμβολίζουν από τα πανάρχαια κιόλας χρόνια την Ανάσταση και την ανάταση των ψυχών.Ο κύκλος των εορτών του Πάσχα έκλεινε με το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής του Λυθριού. Ο κόσμος αυτή τη μέρα πήγαινε να προσκυνήσει επίσης στα πολυάριθμα ξωκλήσια και στα αγιάσματα που υπήρχαν διάσπαρτα στις εξοχές, όμως χωρίς ιδιαίτερες διασκεδάσει.

    Πηγές:Νίκος Καραράς, το Κορδελιό (1971), Ενωσης Σμυρναίων,Θοδωρής Κοντάρας, Μικρασιατική Ηχώ, Σμυρναικές Σελίδες,Δελτίο Κάτω Παναγιάς,Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.Αιμιλία Τερλέγκα: ektosprogrammatos.Ένωση Βουρλιωτών Μικράς Ασίας/ enosivourlioton.gr/Τα κάλαντα,τα έθιμα του Λαζάρου και η Κυριακή των Βα’ί’ων στη Μικρά Ασία.

  • «Τα βάγια στην παράδοση της Σμύρνης»

    «Τα βάγια στην παράδοση της Σμύρνης»

    Την Κυριακή των Βαΐων (ή Κυριακή του Λαζάρου ή Βαϊοφόρος Κυριακή) εορτάζεται η πανηγυρική είσοδο του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, “επί πώλου όνου”. Οι κάτοικοι τον υποδέχθηκαν με τιμές βασιλιά κρατώντας βάγια (κλάδους φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα φορέματά τους ζητωκραυγάζοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια (κλαδιά δάφνης), επειδή στον ελλαδικό χώρο οι φοίνικες δεν απαντώνται συχνά. Τα βάγια πήγαιναν στην εκκλησία ( τότε που υπήρχαν) οι νιόπαντρες νύφες του χωριού. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, μετά το πέρας της πρωινής λειτουργίας, μοιράζονται στους πιστούς κλαδιά φυτών που συμβολίζουν τη νίκη και τη ζωή, όπως κλαδάκια δάφνης (βάγιες) και σε πολλά μέρη του χριστιανικού κόσμου, αντί για κλαδιά δάφνης, κλαδιά ελιάς, μυρτιάς, ιτιάς και κλαδιά φοινίκων, που είναι σύμφωνο με τα Ευαγγέλια. Τα κλαδιά αυτά τοποθετούνται στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία. Η έκφραση “μετά βαΐων και κλάδων”, που υποδηλώνει τη θριαμβευτική υποδοχή κάποιου ή κάποιων, έχει αναφορά σ’ αυτή τη θρησκευτική γιορτή. Ο λαός μας πιστεύει ότι τα βάγια αυτά, έχουν ιαματικές και αποτρεπτικές για το κακό ιδιότητες. Έτσι σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας συνηθίζονται τα “βαγιοχτυπήματα”, όπου οι γυναίκες χτυπούν με βάγια τις έγκυες για να λευτερωθούν πιο εύκολα. Σε άλλες, κρεμούν τα βάγια στις πόρτες των σπιτιών σαν φυλακτό. Επίσης την Κυριακή των Βαΐων είναι έθιμο να τρώμε ψάρι και να καταλύουμε τη νηστεία, λόγω της σπουδαιότητας της ημέρας, αφού θεωρείται Δεσποτική γιορτή και επειδή η Κυριακή των Βαΐων βρίσκεται ανάμεσα σε δύο νηστείες (της Μεγάλης Σαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας). Μάλιστα, υπήρχε και ένα παλιό παιδικό τραγούδι, που έλεγε:

    “Βάγια, βάγια των βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό κι ως την άλλη Κυριακή με το κόκκινο αυγό”!

    «Βάγια, Βάγια των Βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό,και την άλλη Κυριακή, τρώνε το ψητό αρνί!

    Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια, ήρθε η Κυριακή που τρώνε τα ψάρια.

    Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι, ήρθε η μάνα σου από την Πόλη, σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι.

    Βάγια, Βάγια των Βαγιών, τρώνε ψάρι και κολιό, και την άλλη Κυριακή, τρώνε κόκκινο αυγό!»

    Στην Σμύρνη την Κυριακή του Βαγιού (ή τω Βαγιώ) όλοι πήγαιναν στην εκκλησία για τα Νύφια (ακολουθία του Νυμφίου) και έπαιρναν βαγιόκλαρα (δάφνες), που τα φυλούσαν στο κονοστάσι, γιατί πίστευαν πως έχουν θεραπευτικές και εξορκιστικές ιδιότητες. Καθιερωμένο φαγητό της ημέρας φυσικά, είναι τα ψάρια και οι σαλάτες.

    Τα βάγια στην παράδοση της Σμύρνης και της ευρύτερης Μικράς Ασίας δεν ήταν απλώς ένα θρησκευτικό σύμβολο, αλλά ένα αντικείμενο με σχεδόν «μαγικές» ιδιότητες για το σπιτικό.

    Οι Σμυρνιοί πίστευαν ότι η ευλογημένη δάφνη που έπαιρναν από την εκκλησία είχε προστατευτικές ιδιότητες. Έκαιγαν μερικά φύλλα δάφνης στο καρβουνιστήρι (θυμιατό) για να ξεματιάσουν τα μέλη της οικογένειας ή το σπίτι. Σε περιπτώσεις ασθένειας, έβραζαν λίγη δάφνη και την χρησιμοποιούσαν ως γιατροσόφι (εντριβές ή ρόφημα), θεωρώντας την «αγιασμένη».

    Τα βάγια έπρεπε να μείνουν πίσω από τα εικονίσματα όλο τον χρόνο. Τα παλιά βάγια της προηγούμενης χρονιάς δεν τα πετούσαν στα σκουπίδια, αλλά τα έκαιγαν στην αυλή ή τα πετούσαν στη θάλασσα, καθώς θεωρούνταν ιερά.Ένα πολύ ιδιαίτερο έθιμο που συναντάμε και στη Σμύρνη ήταν το ελαφρύ χτύπημα με τα βάγια. Οι γυναίκες χτυπούσαν ελαφρά με τα κλαδιά της δάφνης τα παιδιά, τις έγκυες ή τα ζώα τους, λέγοντας ευχές για γονιμότητα, υγεία και δύναμη, μεταφέροντας έτσι την «ευλογία» της ημέρας.

    Στις εκκλησίες της Σμύρνης, οι νεότεροι και οι επίτροποι αφιερώναν ώρες για να πλέξουν τα βάγια σε περίτεχνα σχήματα. Το «Πανέρι», μικρά καλαθάκια πλεγμένα από φύλλα φοίνικα, μέσα στα οποία έβαζαν λουλούδια (μανουσάκια ή ζουμπούλια). Ο «Ήλιος», κυκλικά πλέγματα που συμβόλιζαν το φως του Χριστού.Το «Ψάρι», λόγω του εθίμου της ψαροφαγίας, το σχήμα του ψαριού ήταν πολύ δημοφιλές στο πλέξιμο των βαΐων.Την ημέρα εκείνη, οι αρραβωνιασμένοι είχαν την υποχρέωση να επισκεφθούν τα σπίτια των μελλοντικών πεθερικών τους.

    Ο γαμπρός έστελνε στην νύφη ένα «κανίσκι» (δώρο) που περιείχε ένα μεγάλο ψάρι (συνήθως συναγρίδα ή λυθρίνι) στολισμένο με κλαδιά δάφνης και κορδέλες.Από την Κυριακή των Βαΐων, οι Σμυρνιοί άρχιζαν να φορούν τα «ντόλια», δηλαδή σκουρόχρωμα ή μαύρα ρούχα, σε ένδειξη πένθους για τα Πάθη του Χριστού. Στους δρόμους της πόλης, παιδιά τριγυρνούσαν με θορυβώδεις ροκάνες, τραγουδώντας ρυθμικά τραγουδάκια και προαναγγέλλοντας τη Μεγάλη Εβδομάδα. Στα σπίτια γίνονταν τα λεγόμενα «διαρμίσματα», δηλαδή γενικές καθαριότητες και προετοιμασίες για τη γιορτή της Λαμπρής.

    Η ατμόσφαιρα στη Σμύρνη συνδύαζε την κοσμική αρχοντιά με τη θρησκευτική κατάνυξη, καθώς όλες οι ελληνικές συνοικίες προετοιμάζονταν για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα.

    Α.Σφυράκης

    Apostolos Sfirakisart

  • Το άσπρο της πάστρας

    Το Άσπρο της Πάστρας.

    Το 1938, ο Μεταξάς διέταξε να περαστούν με ασβέστη όλα τα σπίτια των νησιών, ώστε να προστατευτούν από τη χολέρα που μάστιζε εκείνη την εποχή την Ελλάδα.

    Ο ασβέστης θεωρήθηκε το κατεξοχήν απολυμαντικό, αφού τότε ακόμη δεν ήταν διαδεδομένη η χλωρίνη. Οι γιαγιάδες και οι μανάδες μας κάποτε τέτοιες μέρες όταν πλησίαζε η μεγάλη εβδομάδα, άρπαζαν την μπαντανόβουρτσα κι ασπρίζανε τα σπίτια.

    Μάντρες, πεζούλια, αυλές, οι ξώπορτες, τα δέντρα, γίνονταν κατάλευκα σαν το γάλα. Όλα αυτά ασβεστώντοναν τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο (Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο). Πέρναγαν το πρώτο χέρι αραιό, δεύτερο πιο πηχτό στο οποίο πρόσθεταν λίγο λουλάκι για να γίνει φωτεινό και είχαν κι ένα μυστικό…. έριχναν μια χούφτα χοντρό αλάτι ή ζάχαρη για μη ξεβάφει όταν το ακουμπάς. Έπειτα φυλαγαν καραούλι μη τυχόν περάσει κανείς και τους λερώσει τα ασπρισμένα. Ουέ κι αλίμονο εάν έκανες την κουτουράδα!

    Έπρεπε να είναι το σπίτι περιποιημένο, να αστράφτει από πάστρα όταν θα περάσει η πομπή του επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή. Το έθιμο έχει ρίζες βαθιές και φυσικά έρχεται το 22 μαζί με τους πρόσφυγες.

    Εκείνοι συνηθισμένοι στον πλούσιο, άνετο και καθαρό τρόπο ζωής, έβρισκαν τρόπους για να κάνουν τα σπίτια τους να φαίνονται όμορφα και καθαρά, ξεκινώντας από τις αυλές,τον «καθρέφτη» του κάθε νοικοκυριού, εκείνη την εποχή. οι Σμυρνιές κυράδες των συνοικισμών έβγαιναν στις αυλές (αν είχαν) ακόμα και έξω από τις παράγκες τους τον πρώτο καιρό, έβγαζαν τα αγριόχορτα, κλάδευαν και άσπριζαν, έτσι ήταν μαθημένοι στην πάστρα και την καθαριότητα. Αυτό ήταν περίεργο για τους γηγενείς κατοίκους και έτσι τις φώναζαν «παστρικές» με υποτιμητική έννοια.

    Ο Υδροχρωματισμός δι’ασβέστου οικιών επιβλήθηκε υποχρεωτικά κι από την δικτατορία του 67. Το 1955 άλλωστε και η Φρειδερίκη είχε παρουσιάσει την ασπρισμένη Μύκονο στον Καραμανλή για μια διαφήμιση. Οι κοσμικοί κύκλοι εντυπωσιάστηκαν κι από τότε τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά και η Μύκονος έγιναν της μοδός…

    🖊️Α.Σφυράκης

  • «Σμύρνη 1921: Η Τελευταία Συγχορδία πριν το Σκοτάδι»

    Σμύρνη, άνοιξη του 1921.

    Σουρούπωνε …και κάπου στα σοκάκια του Φραγκομαχαλά ακουγόταν ένα πιάνο. Όχι μουσική. Ήχοι κοφτοί, μετρημένοι. Σαν ανάσα που ψάχνει να βρει ρυθμό. Η μουσική ζωή της Σμύρνης ήταν ένας συνδυασμός «αλαφράγκα» (ευρωπαϊκού τύπου) και «αλατούρκα» παραδόσεων, με το πιάνο να κυριαρχεί στις αστικές συνοικίες και στα σαλόνια της εποχής. Οι Σμυρνιοί προτιμούσαν κορυφαίες γερμανικές και γαλλικές μάρκες. Στα σαλόνια της εποχής έβρισκε κανείς πιάνα Bechstein, Blüthner, Ibach και Pleyel. Αν και ακριβό είδος, η ύπαρξη περισσότερων από 2.500 πιάνων στην πόλη μαρτυρά ότι η αγορά του ήταν εφικτή όχι μόνο για τους πολύ πλούσιους, αλλά και για την ανερχόμενη μεσαία τάξη των εμπόρων και επιστημόνων. Η μουσική παιδεία, και ειδικά η εκμάθηση πιάνου, θεωρούνταν απαραίτητο εφόδιο για τις κοπέλες των καλών οικογενειών (το λεγόμενο «bon pour l’orient»). Λειτουργούσαν πολλά ιδιωτικά ωδεία και σχολές, ενώ πολλοί δάσκαλοι μουσικής έρχονταν από την Ευρώπη για να διδάξουν στα αρχοντικά της πόλης. Το πιάνο συμμετείχε σε ηχογραφήσεις και ορχήστρες, συνδυάζοντας τις ευρωπαϊκές αρμονίες με τους ανατολίτικους δρόμους.

    Εκτός από τα σπίτια, κυριαρχούσε σε Λέσχες και Θέατρα, όπως το «Θέατρο της Σμύρνης» και η «Λέσχη των Κυνηγών», όπου φιλοξενούνταν κονσέρτα και οπερέτες. Επίσης στα Πολυτελή Καφενεία της προκυμαίας (Quai), όπου ένα πιάνο ήταν απαραίτητο, για να συνοδεύει το απογευματινό τσάι ή το δείπνο των περιπατητών.

    Οι χορδιστές πιάνων -οι παράξενοι τύποι με το βαλιτσάκι- στη Σμύρνη του 1900 ήταν περιζήτητοι επαγγελματίες, καθώς η συντήρηση χιλιάδων οργάνων σε ένα παραθαλάσσιο περιβάλλον με υγρασία ήταν επιβεβλημένη. Πολλοί από αυτούς ήταν οι ίδιοι διακεκριμένοι μουσικοί ή ιδιοκτήτες μουσικών οίκων. Τέτοιοι χορδιστές ήταν ο Βίκτωρ Καλλέγιας (Victor Caleya): Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές. Δραστηριοποιούνταν ως διευθυντής ορχήστρας, συνθέτης οπερέτας, αλλά και επαγγελματίας χορδιστής πιάνων με έδρα στη Λεωφόρο του Καθεδρικού Ναού (Cathedral Avenue). Ο Alfred Caleya: Μέλος της ίδιας οικογένειας μουσικών, ο οποίος αναφέρεται ως χορδιστής με έδρα στην περιοχή Φασούλα. Ο Jacques J. Zemmith: που διατηρούσε το εργαστήριό του στο Πασάτζιο Σπονδή, Πέρασμα (Passage Spondi). Ο Iyoi Rosati: που σναφέρεται σε οδηγούς της εποχής (περί το 1903), επίσης στη Λεωφόρο του Καθεδρικού. Ο Δημήτριος Βεργώνης: Ένας από τους Έλληνες χορδιστές που συνέχισαν τη δραστηριότητά τους στην πόλη έως και το 1920. Τέλος ο Αντώνης Βασιλικούδης που εξειδικευόταν στις επισκευές και τη συντήρηση οργάνων. Θεωρούνταν άνθρωποι με υψηλή τεχνική κατάρτιση και συχνά είχαν πρόσβαση στα σαλόνια της αριστοκρατίας για τη φροντίδα των πιάνων πριν από σημαντικές δεξιώσεις.

    Ένας από αυτούς ανέβηκε τα σκαλιά του αρχοντικού. Η Κεφαλή ενός μπρούτζινου Λιονταριού τον αγριοκοίταζε. Ήταν πολύ διαδεδομένο στα πλούσια αρχοντικά, συμβόλιζε την ισχύ, την εξουσία και την προστασία του οίκου. Η βάση όπου στηριζόταν το ρόπτρο ήταν μια διακοσμητική ροζέτα με ανάγλυφα φυτικά μοτίβα. Ο ήχος του πρόδιδε συχνά την «ταυτότητα» του επισκέπτη. Σε ορισμένα αρχοντικά υπήρχαν δύο ρόπτρα σε διαφορετικά ύψη ή από διαφορετικό μέταλλο, ώστε ο ήχος να ξεχωρίζει αν ο επισκέπτης ήταν άνδρας ή γυναίκα (συνηθισμένο σε μουσουλμανικές οικίες αλλά και σε παραδοσιακά αρχοντικά της Ανατολής). Τα αρχοντικά ήταν συχνά βαμμένα σε λευκές, κροκοβαφείς (ώχρα) ή γαλάζιες αποχρώσεις, δημιουργώντας μια φωτεινή και αρμονική σειρά κτιρίων.

    Ο επισκέπτης έβαλε άφοβα το χέρι του στον περίτεχνο κρίκο που βαστούσε στο στόμα του ο τρομερός Λέων. Ντουπ, ντούπ! Το βαρύ χτύπημα του ρόπτρου ακούστηκε σε όλο το ισόγειο και ο μεταλλικός του ήχος του ορείχαλκου μεταδόθηκε μέχρι πάνω στο Σαχνισί που ήταν μαζεμένες οι κυράδες. Ο ήχος πρόδιδε ότι ήταν άντρας. Φυσικά τον είχε δει η Σοφία από το παράθυρο του Σαχνισιού όταν τον έφερε ο Αραμπατζής.

    Οι «Κιοσέδες», οι τζαμωτοί εξώστες των ορόφων, είχαν μάτια κι αυτιά παντού.

    Αυτός ήταν λοιπόν ο χορδιστής του πιάνου. Τον έλεγαν…Άλφρεντ, μα λίγοι ήξεραν το όνομά του. Για τους περισσότερους ήταν «ο άνθρωπος με τα γυαλιά», εκείνος που ερχόταν αθόρυβα, με μια κασέλα στο χέρι, κι έφευγε χωρίς να ζητήσει κουβέντα. Μόνο ένα «να ’στε καλά» και μια ελαφριά υπόκλιση, σαν να χαιρετούσε όχι τους ανθρώπους, αλλά τα ίδια τα όργανα. Εκείνη τη μέρα μπήκε στο σπίτι της Σμαρώς. Η υπηρεσία τον οδήγησε στον επάνω όροφο, όπου ήταν ο χώρος υποδοχής. Το σαλόνι ήταν επιπλωμένο με ευρωπαϊκά έπιπλα (στυλ Louis XV), μεγάλους καθρέπτες με χρυσές κορνίζες και κρυστάλλινους πολυελαίους. Εκεί γίνονταν οι επισκέψεις, οι «βεγγέρες» και οι μουσικές βραδιές.

    Το πιάνο στεκόταν στο σαλόνι, μαρκετερί ξύλο, σκαλισμένο με λεπτές γραμμές — δώρο παλιό, από καιρό ευτυχίας. Δίπλα, στο περβάζι, ένα μουσλούκι κρεμασμένο, κι ένα πιατάκι με γλυκό κυδώνι, για το καλωσόρισμα. Ο επισκέπτης στάθηκε για λίγο και σήκωσε το κεφάλι. Το ταβάνι ήταν συχνά ζωγραφισμένο με ανθοδέσμες και αγγελάκια (putti), κρίνα και άκανθα περίτεχνα στιε γύψινες διακοσμήσεις δημιουργούσαν μια αίσθηση παλατιού. Αυτά τα σπίτια δεν ήταν απλώς κτίρια, αλλά «σκηνικά» μιας ζωής γεμάτης γαλλικά αρώματα, πιάνο, εμπόριο και κοσμοπολίτικη κουλτούρα.

    Έπειτα το μάτι του έπεσε στα πόδια του πιάνου όπου είχαν σκαλίσματα στην μορφή των πελμάτων λιονταριού τυλιγμένα σε μπρούτζινα προστατευτικά.

    Τα λευκά πλήκτρα ήταν φτιαγμένα από ελεφαντόδοντο και τα μαύρα από έβενο, δίνοντας μια μοναδική αίσθηση στην αφή και μια διακριτική πολυτέλεια. Στα πλαϊνά του αναλογίου υπήρχαν ενσωματωμένα μπρούτζινα κηροπήγια, ώστε ο μουσικός να μπορεί να διαβάζει τις παρτιτούρες υπό το φως των κεριών τα βράδια. Το πιάνο ήταν τοποθετημένο στην καλύτερη γωνιά της σάλας, κάτω από έναν κρυστάλλινο πολυέλαιο. Πάνω του υπήρχαν δαντελένια σεμέ, ασημένιες κορνίζες με φωτογραφίες της οικογένειας.

    Ακούστηκαν ανάλαφρα γυναικεία βήματα στο δρύινο παρκέ και μια ζεστή νεανική φωνή.

    «Καλώς τονε…» είπε η Σοφία. «Θα το δεις; Δεν κελαηδάει όπως πρώτα.»

    Ο Άλφρεντ δεν απάντησε.

    Έπειτα ζήτησε να φύγουν από πάνω οι κορνίζες και άγγιξε με το χέρι του ένα γδάρσιμο στην Λάκα.

    «Τι κρίμα…» ψιθύρισε. Έπειτα άνοιξε την κασέλα του. Κλειδιά, σφυράκια, μικρά μεταλλικά εργαλεία που έμοιαζαν με ιατρικά όργανα. Κάθισε. Έσκυψε. Άκουσε.

    Πάτησε μια νότα. Και τότε — σταμάτησε.

    «Αυτό…» ψιθύρισε ξανά.

    Η Σοφία τον κοίταξε. «Τι έχει;»

    Δεν απάντησε. Πάτησε ξανά το ίδιο πλήκτρο. Η νότα βγήκε σπασμένη, σαν να είχε μέσα της κάτι παλιό. Κάτι που δεν ήταν ήχος. Σαν μνήμη.

    Έσκυψε πιο κοντά. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το ξύλο. Έπειτα έκλεισε για λίγο τα μάτια. Και τότε άρχισε να δουλεύει.

    Ώρες πέρασαν. Το σπίτι είχε σιωπήσει. Μόνο ο ρυθμός του εργαλείου και το ελαφρύ τρίξιμο του πιάνου. Η μικρή Ερμαού στεκόταν πίσω από την πόρτα και τον κοίταζε. Με μάτια μεγάλα. Εκείνη την ώρα κατέβηκε και η Σμαρώ.

    «Μάνα… αυτός μιλάει με το πιάνο;» ψιθύρισε. Η Σμαρώ χαμογέλασε.

    «Όχι… κοκώνα μου, το ακούει.»

    Κάποια στιγμή, ο νεαρός χορδιστής σταμάτησε.

    «Ποιος έπαιζε εδώ;» ρώτησε.

    Η Σμαρώ δίστασε. «Η κόρη μου… και κάποτε… ο άντρας μου. Πριν…»

    Δεν τελείωσε τη φράση. Ο χορδιστής έγνεψε. «Το πιάνο θυμάται.» Σηκώθηκε. Έκλεισε το καπάκι απαλά. Έπειτα το ξανάνοιξε. «Τώρα μπορείτε να παίξετε.»

    Η Σμαρώ πλησίασε. Πέρασε πολύς καιρός από τότε που έπαιζε, έπειτα ήρθαν τα παιδιά, οι υποχρεώσεις.Έβαλε τα δάχτυλα. Διστακτικά. Πάτησε μια συγχορδία. Και τότε — το σπίτι γέμισε φως. Οι νότες έβγαιναν καθαρές, ζωντανές. Σαν να είχε ξυπνήσει κάτι που κοιμόταν χρόνια. Η Ερμαού μπήκε μέσα τρέχοντας. «Μάνα! Αυτό είναι άλλο πιάνο!»

    Ο νεαρός Άλφρεντ χαμογέλασε για πρώτη φορά.

    Πριν φύγει, η Σμαρώ του έδωσε ένα μικρό πουγκί. «Πάρε…» Εκείνος το έσπρωξε πίσω. «Όχι.», «Μα—», «Δεν το έφτιαξα εγώ.»

    Η Σμαρώ τον κοίταξε απορημένη.

    Ο Άλφρεντ πήρε το καπέλο του. «Απλώς… το θυμήθηκα.»

    Το βράδυ, όταν έπεσε ο μαΐστρος κι άναψαν οι γκαζόλαμπες, η Σμαρώ κάθισε πάλι στο πιάνο. Έπαιξε αργά. Ένα σκοπό παλιό, μικρασιάτικο. Και για μια στιγμή — μόνο μια — νόμισε πως κάποιος στεκόταν πίσω της.

    Σαν σκιά. Σαν ανάσα. Σαν τον άνθρωπο που είχε φύγει.

    Ύστερα έπιασε την μέση της, ένας ελαφρύς πόνος. Σαν να είχε κολλήσει ένα από τα 88 πλήκτρα του πιάνου…

    Θα αλλάξει ο καιρός, σκέφτηκε και η Πούντα κατεβάζει όλο το αγιάζι.

    Ο ίδιος ο χρόνος και ο καιρός (ο Μαΐστρος, το αγιάζι) προμηνύουν την ανατροπή.

    «Απλώς… το θυμήθηκα.» Αυτά τα λόγια του χορδιστή επανέρχονται στο μυαλό της. Η τέχνη του δεν ήταν η επισκευή, αλλά η επαναφορά μιας ευτυχίας που είχε λησμονηθεί κάτω από τη σκόνη των γεγονότων.

    Ο κύρης του σπιτιού χαμένος στην κάπνα των λεσχών… τα δάχτυλά του συνήθως κρύα. Κι εκείνη πόσο θέλει να ακούσει τη μελωδία της ευτυχίας και να νιώσει την παρουσία του στο διπλανό μαξιλάρι.

    Η Σμαρώ σταμάτησε για λίγο

    Τα δάχτυλά της έμειναν πάνω στα πλήκτρα, σαν να φοβούνταν να συνεχίσουν. Έξω, το αγιάζι της Πούντας είχε δυναμώσει. Έφερνε μαζί του μια υγρασία βαριά, που κολλούσε πάνω στους τοίχους και στα ξύλα, σαν προμήνυμα. Το πιάνο — εκείνο το ίδιο πιάνο που κάποτε γέμιζε το σπίτι με γέλια και τραγούδια — τώρα έμοιαζε να κρατά μέσα του κάτι άλλο

    Κάτι που δεν λεγόταν….

    Έσυρε τα δάχτυλα πάνω στο γυαλιστερό ξύλο, εκεί που η μαρκετερί σχημάτιζε μικρά άνθη. Το αγιάζι έξω είχε πια καταλαγιάσει, δίνοντας τη θέση του σε μια απόκοσμη ηρεμία. Η Σμαρώ ένιωθε πως το πιάνο δεν ήταν πια ένα έπιπλο, αλλά ένα ξύλινο κιβώτιο που φύλαγε μέσα του την ανάσα της πόλης.

    Ξαφνικά, μια σκέψη την έκαψε.

    Ο Άλφρεντ είχε πει:

    «Απλώς… το θυμήθηκα».

    Σηκώθηκε από το σκαμπό. Η μέση της την τσιμπούσε ακόμα, μια υπενθύμιση πως ο χρόνος δεν χορδίζεται τόσο εύκολα όσο οι χορδές του ατσαλιού. Πλησίασε το παράθυρο. Κάτω, στον δρόμο, τα φανάρια τρεμόπαιζαν. Ο Αραμπατζής είχε φύγει προ πολλού, και η σιλουέτα του χορδιστή είχε χαθεί μέσα στα στενά του Φραγκομαχαλά.

    Επέστρεψε στο όργανο. Κάτι την έτρωγε. Άνοιξε το πάνω καπάκι, εκεί που κρύβονταν οι σφήνες και οι χορδές. Μύρισε το παλιό ρετσίνι και τη σκόνη που ο Άλφρεντ είχε καθαρίσει με τόσο σεβασμό. Στην άκρη, δίπλα στο τελευταίο πλήκτρο, είδε κάτι λευκό.

    Ένα μικρό χαρτάκι, διπλωμένο στα τέσσερα.

    Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Δεν είχε γράμματα. Είχε μόνο πέντε γραμμές — ένα πεντάγραμμο — και πάνω του σχεδιασμένες μερικές νότες. Έναν σκοπό που δεν χρειαζόταν να τον διαβάσει για να τον αναγνωρίσει. Ήταν το τραγούδι που έπαιζε ο άντρας της τα βράδια που επέστρεφε νωρίς, πριν οι λέσχες και η κάπνα του κλέψουν το βλέμμα. Τότε κατάλαβε. Ο Άλφρεντ δεν είχε έρθει απλώς για να χορδίσει. Είχε έρθει για να παραδώσει ένα μήνυμα.

    Κάθισε ξανά. Αυτή τη φορά δεν φοβήθηκε. Πάτησε τα πλήκτρα με δύναμη. Η μουσική ξεχύθηκε από το σαχνισί, πέρασε τα μπαλκόνια, κόλλησε στα υγρά πλακόστρωτα.

    Το Πιάνο, κελαηδούσε πια, ακριβώς όπως είχε ζητήσει η Σοφία.

    Η Σμαρώ ένιωσε το σώμα της να ελαφραίνει. Ο πόνος στη μέση, εκείνο το «κολλημένο πλήκτρο», λες και μαλάκωσε. Έξω, η πόλη συνέχιζε να ζει την τελευταία της άνοιξη, αγνοώντας πως το κούρδισμα που της χάριζαν οι χορδιστές της ήταν το ύστατο αντίο πριν τη μεγάλη παραφωνία. Το βράδυ εκείνο, η Σμαρώ δεν κοιμήθηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πιάνο. Ήξερε πια πως, ό,τι κι αν ερχόταν με το αγιάζι της Πούντας, η μουσική είχε ήδη προλάβει να σώσει όσα οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να κρατήσουν.

    Το πιάνο θυμόταν. Κι αυτό ήταν αρκετό.

    Η τελευταία νότα έσβησε αργά, αφήνοντας πίσω της μια γλυκιά δόνηση που έκανε τα κρύσταλλα στον μπουφέ να κουδουνίσουν ελαφρά. Η Σμαρώ δίπλωσε το μικρό χαρτάκι και το έκλεισε μέσα στη θήκη του πιάνου, πλάι στις χορδές του μπάσου. Ήταν πλέον το φυλαχτό του σπιτιού.

    Στο σκοτάδι, το πιάνο γυάλιζε σαν μαύρο διαμάντι. Ο Άλφρεντ, ο άνθρωπος με τα γυαλιά, θα βρισκόταν ήδη σε κάποιο άλλο σαλόνι ή σε κάποιο καφενείο του Quai, σκυμμένος πάνω από ένα άλλο Pleyel, προσπαθώντας να διορθώσει τη φθορά που έφερνε η θάλασσα. Ήξερε κι εκείνος, όπως το ένιωθε πια και η Σμαρώ, πως όταν οι άνθρωποι χάνουν τα λόγια τους, τα όργανα πρέπει να είναι έτοιμα να μιλήσουν.

    Το αγιάζι της Πούντας συνέχιζε να χτυπά τα κλειστά παραθυρόφυλλα, αλλά μέσα στο αρχοντικό η σιωπή δεν ήταν πια άδεια. Ήταν μια σιωπή κουρδισμένη, έτοιμη να αντέξει την καταιγίδα που μύριζε ο ορίζοντας.

    Το πιάνο θυμόταν. Και η Σμαρώ, για πρώτη φορά μετά από καιρό, κοιμήθηκε χωρίς να νιώθει το πλήκτρο στη μέση της κολλημένο.

    Το πέρασμά του χορδιστήείχε αφήσει κάτι παραπάνω από σωστά τονισμένες νότες· είχε αφήσει την πεποίθηση πως η ομορφιά είναι μια πράξη αντίστασης στη φθορά. Η Σμαρώ δεν ξαναέπαιξε το σκοπό του «κύρη» της με θλίψη. Κάθε φορά που τα δάχτυλά της άγγιζαν το ελεφαντόδοντο των πλήκτρων, ένιωθε πως το πιάνο δεν ανήκε πια στο παρελθόν, αλλά στο «τώρα». Το κολλημένο πλήκτρο στη μέση της δεν την ξαναενόχλησε — ίσως γιατί το σώμα, όπως και το ξύλο, χρειάζεται μερικές φορές έναν ξένο να του θυμίσει πώς είναι να αναπνέει σωστά. Το επόμενο πρωί, ο ήλιος της Σμύρνης ανέτειλε θαμπός πίσω από το Μπαλτσόβα, μα το αρχοντικό της Σμαρώς έμοιαζε να έχει αποβάλει την υγρασία της νύχτας. Το πιάνο, κλειστό πια και γυαλισμένο, στεκόταν στη γωνιά του σαν σιωπηλός φρουρός.

    Έξω στην προκυμαία, οι αραμπάδες και τα Τράμια συνέχιζαν να κυλούν και τα καφενεία να γεμίζουν. Ήταν η άνοιξη του 1921. Η τελευταία άνοιξη που η Σμύρνη ακουγόταν σαν ένα τέλεια χορδισμένο Pleyel.

    Κι αν οι χορδές έμελλε αργότερα να σπάσουν από τη φωτιά και τον ξεριζωμό, η μνήμη του ήχου τους θα ταξίδευε απέναντι, κρυμμένη στις αποσκευές και στις ψυχές, για να ξανακουρδιστεί σε άλλες πατρίδες.

    Γιατί τα πιάνα της Σμύρνης μπορεί να κάηκαν, αλλά ο ρυθμός τους δεν σταμάτησε ποτέ.

  • Άνοιξη στο ξωκλήσι του Άη Δημήτρη.

    Άνοιξη 1969…

    Άνοιξη του 1969 — Έξω από το ξωκλήσι του Άη Δημήτρη.

    Έξω από τον Άη Δημήτρη, εκεί που ο ασπρισμένος τοίχος στο ξωκλήσι κρατούσε ακόμη τη δροσιά της νύχτας, η άνοιξη είχε στρώσει τη δική της άσπρη κουρελού. Το χαμομήλι άπλωνε το άρωμά του, και η γη έμοιαζε να ανασαίνει σιγανά, σαν νανούρισμα της μάνας φύσης.

    Η λειτουργία είχε μόλις τελειώσει. Οι καμπάνες είχαν από ώρα σωπάσει, μα οι ψαλμωδίες έμεναν ακόμα μέσα στα αυτιά των ανθρώπων. Τα Κυριακάτικα ρούχα, τα καλά, καθαρά πρόσωπα, ήσυχα βήματα.

    Και τότε, στάθηκαν εκείνα τα δυο πιτσιρίκια στο ύπαιθρο.

    Αδερφός και αδερφή.

    Ο μεγάλος — με το πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι πάνω και την παιδική γραβάτα— στεκόταν ίσια, σαν να ήθελε να δείξει πως μεγάλωσε ξαφνικά. Δίπλα του η μικρή, με το φόρεμά της καθαρό, το κόκκινο ζακετάκι με το κέντημα και τα μαλλιά τακτοποιημένα από τα χέρια της μάνας, κρατούσε σφιχτά μια άκρη από το μανίκι του. Σαν να φοβόταν μη χαθεί μέσα στην τόση Κυριακάτικη σοβαρότητα.

    «Μην γελάς», της ψιθύρισε εκείνος.
    «Δεν γελάω… απλώς χαίρομαι», του αποκρίθηκε εκείνη, και τα μάτια της έλαμψαν.

    Στο χέρι της είχε ένα μικρό χαμομήλι. Το είχε κόψει λίγο πριν, χωρίς να τη δει κανείς.
    Ο πατέρας με την φωτογραφική μηχανή στήθηκε απέναντί τους.
    Ο κόσμος σώπασε για μια στιγμή.
    Πίσω ο Άη Δημήτρης, τριγύρω η άνοιξη, κι ανάμεσά σε όλα, δυο παιδιά που κρατούσαν — χωρίς να το ξέρουν — ολόκληρο το αύριο.

    «Έτοιμοι;»

    Το «κλικ» ακούστηκε σαν ψίθυρος.
    Κι εκεί, μέσα σε μια ανάσα χρόνου, έμειναν για πάντα: ένα αγόρι που ήθελε να φανεί παλικαράκι, κι ένα κορίτσι που δεν ήθελε να μεγαλώσει ακόμη.
    Κι η φωτογραφία…
    Έγινε μνήμη αξεθώριαστη στον χρόνο.

    🖊️Α.Σφυράκης

  • «Τα χιονάτα Ουζοκούλουρα της Γιαγιάς»

    «Τα χιονάτα Ουζοκούλουρα της Γιαγιάς»

    Η πραγματικότητα της Μεγάλης Εβδομάδας ήταν μια άσκηση υπομονής. Η μυρωδιά από το βούτυρο και τα αυγά πλημμύριζε το σπίτι τη Μεγάλη Πέμπτη, αλλά το ταψί έμενε απλησίαστο, φυλακισμένο κάτω από μια καθαρή πετσέτα μέχρι την Ανάσταση.
    Στην αυλή της γιαγιάς, η πίστη και η προσμονή είχαν τη δική τους μυρωδιά. Το Μεγαλοβδόμαδο ήταν ένας αγώνας ανάμεσα στην επιθυμία και το καθήκον.
    Τα πασχαλινά κουλουράκια έβγαιναν από τον φούρνο ροδοκόκκινα, μοσχοβολώντας αμμωνία και πορτοκάλι, όμως κανένα χέρι δεν τολμούσε να απλωθεί πάνω τους. Ήταν «τα κουλούρια της Λαμπρής», προορισμένα για το τραπέζι της αγάπης, μετά το «Χριστός Ανέστη». Η γιαγιά τα σκέπαζε ευλαβικά, λες και φύλαγε έναν θησαυρό που δεν έπρεπε να δει το φως πριν την ώρα του. Όμως, για να «λαδώσει» το λαρύγγι και να αντέξουν οι δικοί της τη σκληρή νηστεία, η γιαγιά είχε το κρυφό της όπλο: τα σπιτικά ουζοκούλουρα Κορίνθου.
    Με το σιγανό της περπάτημα και το βλέμμα που κουβαλούσε κόσμους ολόκληρους έπερνε την πήλινη λεκάνη και την έβαζε στο τραπέζι με το πλαστικό τραπεζομάντηλο του μέτρου. «Ελάτε», έλεγε. «Έχουμε δουλειά…» Κι άρχιζε το μυστικό. Ούζο (2-3 σφηνάκια) που ανέδιδε άρωμα γλυκάνισου και θάλασσας, μια κούπα ζάχαρη να γλυκάνει τον καημό, λίγο καλαμποκέλαιο να δώσει παρηγοριά. Τα ανακάτευε αργά, να λιώσει η ζάχαρη και να μελώσει το μείγμα με ρυθμό σχεδόν τελετουργικό, σαν να μιλούσε με τα υλικά. Σαν να θυμόταν.
    Ύστερα έβαζε σόδα, αμμωνία και πρόσθετε το αλεύρι. Η ζύμη τότενες έπαιρνε ζωή.
    Την έπλαθε με τα χέρια της — χέρια δουλεμένα, χέρια που είχαν ζυμώσει ψωμί, πόνο και προσφυγιά. Και την άφηνε να ξεκουραστεί, όπως ξεκουράζεται κι η ψυχή πριν αντέξει το βάρος των ημερών. Μέχρι να φουσκώσει το ζυμάρι μας κάθισε στην ποδιά της κι έλεγε λογάκια γλυκά και παραβολές. Το πώς ζούσε ο Χριστός στα παιδικά χρόνια. Έπλαθε λέει πουλάκια με πηλό κι ύστερα τα πλησίαζε στο στόμα του… και τα φιλούσε απαλά στο ράμφος. Και τότε — ω του θαύματος — τα πουλάκια τινάζονταν, άνοιγαν φτερά και πετούσαν.
    Γέμιζε ο ουρανός κελαηδίσματα.

    «Έτσι είναι η αγάπη», έλεγε η γιαγιά σιγανά.
    «Δίνει ζωή εκεί που δεν υπάρχει…»

    Κι εμείς την κοιτούσαμε με μάτια ορθάνοιχτα, κρατώντας μικρά κομμάτια ζύμης, σαν να κρατούσαμε κι εμείς λίγο από εκείνο το θαύμα.
    Όπως οι πήλινες λαλίτσες που τις γεμίζαμε νερό και τραγουδούσαν. Ύστερα ερχόταν η ώρα να πλάσουμε. Έκοβε τη ζύμη σε μικρά κομμάτια, τα ζούλαγε να φύγει ο αέρας — «μην κρατάει μέσα του βάρος», έλεγε — και τα άνοιγε σε λεπτά κορδόνια. Με την παλάμη της, ίσια και σταθερή, χάραζε πάνω τους μικρές γραμμές .«Τα δεσμά του Χριστού…»
    Δεν το έλεγε βαριά. Το έλεγε σαν αντέτι που πρέπει να κρατηθεί. Κι εμείς, άλλοτε γελώντας κι άλλοτε σοβαροί, πλάθαμε τις δικές μας μικρές αλυσίδες. Τις ενώναμε σε κύκλους — κύκλους που δεν είχαν αρχή και τέλος, σαν την πίστη, σαν την ελπίδα. Το άρωμα του γλυκάνισου γιόμιζε το σπίτι. Στον φούρνο θα πήγαιναν άσπρα-άσπρα, σαν τα πρόσωπα των κυράδων στις βεγγέρες, σχεδόν λευκές σαν πορσελάνη της Απω Ανατολής. Άπλωνε τα κουλούρια στο ταψί με τη λαδόκολλα και το πήγαινε στον φούρνο.
    Αυτά ήταν τα χιονάτα μαλακά ουζοκούλουρα Κορίνθου. Μοσχοβολιστά, τραγανά, γεμάτα με εκείνη τη λεπτή γλύκα που δεν σε χορταίνει — σε παρηγορεί.
    Τα ουζοκούλουρα…
    Η μόνη γλύκα που επιτρεπόταν. Η μικρή ανάσα μέσα στη σιωπή της Μεγάλης Παρασκευής.
    Το απόγευμα ο παππούς, καθόταν στην αυλή πάνω στο ξύλινο σκαμνάκι του κι έπινε καφέ πικρό. Εμείς καθόμασταν δίπλα σιωπηλοί με ένα κουλούρι στο χέρι. Και κάθε μπουκιά είχε κάτι από εκείνη την ιστορία του μικρού Ιησού. Από εκείνο το φιλί που έδινε ζωή. Μα το μεγαλύτερο μάθημα δεν ήταν ούτε η συνταγή, ούτε η γεύση.
    Ήταν η αναμονή. Η γιαγιά — Σμυρνιά στην ψυχή και στο βλέμμα — ήξερε καλά: η χαρά δεν χαρίζεται· κερδίζεται με καρτερία. Κι έτσι, όταν ερχόταν η νύχτα της Ανάστασης και οι καμπάνες άνοιγαν τον ουρανό στα δύο, η πρώτη μπουκιά δεν ήταν απλώς γλυκιά. Ήταν θαύμα. Σαν τα πουλάκια που πήραν ζωή. Σαν την ψυχή που μαθαίνει να πετά ξανά.

    «Η νηστεία ήταν η προετοιμασία της ψυχής, και το ουζοκούλουρο η μικρή της ανάσα.»

    Το φως από τις λαμπάδες έπεφτε πάνω τους και τα έκανε να μοιάζουν σχεδόν ασημένια. Σαν να κουβαλούσαν μέσα τους όλη τη βδομάδα — τη στέρηση, την πίστη, τη μνήμη.
    Κι όταν δάγκωνες το πρώτο κομμάτι… δεν άκουγες μόνο το «κρακ» της τραγανής τους κόρας. Άκουγες κάτι βαθύτερο. Σαν φτερούγισμα. Σαν εκείνο το παλιό, αθόρυβο θαύμα που είχε φωλιάσει μέσα στις ιστορίες της γιαγιάς — και περίμενε, υπομονετικά, να ζωντανέψει ξανά. Γιατί τελικά, ίσως αυτό μας άφησε:
    Να παίρνουμε κάτι απλό — λίγο αλεύρι, λίγο ούζο, λίγη ζάχαρη — και να το κάνουμε αγάπη. Να του δίνουμε φωνή. Να του δίνουμε φτερά.
    Και να θυμόμαστε — κάθε Πάσχα, κάθε άνοιξη — πως ό,τι πλάθεται με καρδιά…
    πάντα βρίσκει τρόπο να πετάξει.

    🖊️Α.Σφυρακης.


    Apostolos Sfirakisart

    https://www.facebook.com/apostolos.sfirakisart.7/

  • Hello world!

    HELLO WORLD…

    ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙ ΝΑ ΓΡΑΨΩ ΣΗΜΕΡΑ…

    ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ…

    ΑΠΛΑ ΘΑΘΕΛΑ ΝΑ ΕΙΧΑ ΤΟΣΑ ΝΑ ΓΡΑΨΩ…. ΤΟΣΑ ΝΑ ΠΩ….

    ΔΕΝ ΕΧΩ ΛΟΓΙΑ

    ΑΣ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
    ΑΣ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

    ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΚΟΜΠΙΝΑΣ!ΧΑΒΑΗ